σίκα

(I)
Α
(κατά τον Ησύχ.) (στους Λάκωνες) «ὗς».
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. συνδέεται πιθ. με τους τ. σίαλος* και σῦς*].
————————
(II)
το, Ν
ζωολ. κοινή ξένη ονομασία τού δασόβιου ελαφιού τής Άπω Ανατολής Cervus nippon, το οποίο θεωρούσαν ιερό στην Ιαπωνία και τού οποίου τα κέρατα χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη στην παραδοσιακή ιατρική τής Κίνας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. sika < ιαπ. shika].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Σίκα — Σίκᾱ , Σίκης masc nom/voc/acc dual (doric) Σίκης masc voc sg (doric) Σίκᾱ , Σίκης masc gen sg (doric aeolic) Σίκης masc nom sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίκα — σί̱κᾱ , σῖκα fem nom/voc/acc dual σί̱κᾱ , σῖκα fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ντε Σίκα, Βιτόριο — (Vittorio de Sica, Σόρα, Φροζινόνε 1901 – Παρίσι 1974). Ιταλός σκηνοθέτης και ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Το 1923 μπήκε στον θίασο της Τατιάνας Παύλοβα, εγκαινιάζοντας έτσι μια πολύχρονη θεατρική σταδιοδρομία που τον έφερε σε… …   Dictionary of Greek

  • Σίκας — Σίκᾱς , Σίκης masc acc pl (doric) Σίκᾱς , Σίκης masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • νεορεαλισμός — Όρος με τον οποίο χαρακτηρίζεται η σημαντικότερη παραγωγή του ιταλικού κινηματογράφου μετά τον B’ Παγκόσμιο πόλεμο. Πολυάριθμες υπήρξαν αυτά τα χρόνια οι προσπάθειες να τοποθετηθεί από κριτική άποψη ο ν., να καθοριστούν τα όριά του με ακρίβεια… …   Dictionary of Greek

  • κινηματογράφος — Μέσο έκφρασης και παρουσίασης, το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνική της αποτύπωσης ακίνητων εικόνων σε φιλμ και της προβολής τους σε οθόνη, μέσω τεχνικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Τα κύριαφαινόμενα που συντελούν …   Dictionary of Greek

  • σίκας — σί̱κᾱς , σῖκα fem acc pl σί̱κᾱς , σῖκα fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Doric Greek — Distribution of Greek dialects in the classical period.[1] Western group …   Wikipedia

  • Dorien — Cet article concerne un ancien dialecte grec. Pour le peuple grec du même nom, voir Doriens. Distribution des dialectes du grec ancien durant la période cla …   Wikipédia en Français

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.